Κώστας Μαντάτας
(τάξη Β' τμήμα οικονομίας/διοίκησης)
H οδύσσεια ενός εικοσιτετραώρου
Χρόνια τώρα από τότε που άρχιζα να εργάζομαι η μέρα μου αρχίζει το πρωί στις επτά. Έγινε συνήθεια τα μάτια μου να ανοίγουν χωρίς το χτύπημα από το ξυπνητήρι. Εκείνη τη στιγμή βρίσκομαι σε μια άλλη πραγματικότητα, βρίσκομαι μπροστά σε μια καινούργια οδύσσεια που θα έχει ένα νέο σκοπό.
Θυμάμαι μια μέρα Παρασκευή του Νοεμβρη, στις επτά το πρωί τα μάτια ήταν ορθάνοιχτα, ένα γρήγορο πρωινό και τον καφέ για τον δρόμο… Ζω στην Αθήνα και η κίνηση ιδιαιτέρως τα πρωινά είναι αφόρητη, κατάφερα να φτάσω στην εταιρία που εργάζομαι ως υπεύθυνος πωλήσεων μετά από μια ώρα περίπου. Είχα καθυστερήσει. Ορισμένοι συνάδελφοι που είχαν καταφέρει να φτάσουν νωρίτερα για να με πειράξουν ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Η μέρα άρχιζε με γέλια και πειράγματα ώσπου μπήκε ο πρόεδρος της επιχείρησης, το αυστηρό του βλέμμα επέβαλε την τάξη στα γραφεία σε χρόνο μηδέν. Στο γραφείο μου, γεμάτο από χαρτιά και υποθέσεις που ζητούσαν διευθέτηση ως το σχόλασμα, χτυπά το τηλέφωνο. Είναι από την τράπεζα. Σε σοβαρό ύφος ο Τάσος μετά την γνωστοποίηση που μου είχε κάνει τις προηγούμενες μέρες για τη δυσκολία αποπληρωμής των επιταγών που αντιμετώπιζε η αγορά μου έφερνε το πρώτο δυσάρεστο γεγονός για την εταιρία μας: ο αντιπρόσωπος από την Καλαμάτα δεν είχε καλύψει της επιταγές του! Μου έδωσε προθεσμία μέχρι τις δυο για τη διευθέτησή της και μου ευχήθηκε καλή τύχη… Το γεγονός αυτό γέμισε με άγχος, πίεση και ευθύνη τη μέρα μου. Τα χρήματα που έλειπαν από το πλαφόν της εταιρίας ήταν πολλά. Άρχισα αμέσως έναν αγώνα διαπραγματεύσεων χωρίς σύμμαχο τον χρόνο με τον αντιπρόσωπό μας προκειμένου η επιχείρησή του να μη βρεθεί στον Τειρεσία αλλά και η εταιρία να μην καθυστερήσει να εισπράξει τα χρήματα που έλειπαν. Τελικά στη μία η ώρα θα κατάφερνα να συμφωνήσω από κοινού με τον αντιπρόσωπό μας για μια αντικατάσταση των επιταγών του! Κρατημένα χαμόγελα για την επιτυχία παντού… η προθεσμία του Τάσου έληγε και στην τελευταία επικοινωνία μας δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι θα προλαβαίναμε, δεχόμουν τα συγχαρητήρια όλων ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω… ήταν η ώρα που θα επέστρεφα στο σπίτι. Η μέρα στη δουλειά ήταν τόσο δημιουργική, όμως δεν θα τέλειωνε για εμένα.
Επιστρέφοντας στο σπίτι η μυρωδιά του φαγητού που είχε φτιάξει η μητέρα μου έφτανε μέχρι τη γωνία. Είχε το αγαπημένο μου φαγητό: ψάρια! Τα είχα λαχταρήσει από καιρό και ήθελε να με ευχαριστήσει. Σπουδαία γυναίκα σε ό,τι έχει ασχοληθεί, η χαρά της είναι να προσφέρει στην οικογένειά της συνεχώς γεμάτη ανιδιοτέλεια. Μετά από αυτό το ωραίο γεύμα ακολούθησε μια ωρίτσα χαλάρωσης στον καναπέ. Σηκώθηκα και άρχισα να γεμίζω πράγματα το αυτοκίνητο μου… σε λίγο θα άρχιζε το μάθημα στο σχολειό όπου και επανήλθα μετά από δεκαέξι χρόνια για να εμπλουτίσω τις γνώσεις μου σχετικά με το αντικείμενο της δουλειάς μου. Στο σχόλασμά μου δεν ήθελα να καθυστερήσω. Η παρέα θα με περίμενε για ένα ολονύχτιο ψάρεμα στον Ωρωπό…
Όλα ήταν έτοιμα για το βράδυ. Έφτασα στο σχολείο με κάποια καθυστέρηση. Το μάθημα, ο χώρος οι νέοι άνθρωποι που βρίσκομαι από το Σεπτέμβριο μαζί τους είναι για μένα κάθε φορά μια αισιόδοξη νότα για τον στόχο που δείχνει να είναι τόσο μακριά όσο και κοντά…
Χτύπημα του κουδουνιού για σχόλασμα και με βρίσκει με την τσάντα στον ώμο, έτοιμο να φύγω σαν να με κυνηγούν… Η παρέα έχει ήδη φτάσει στον Ωρωπό και έχει αρχίσει να με βομβαρδίζει με τηλέφωνο. Ο καιρός ήταν καλός, τραμουντάνα, φώναζε ο φίλος μου ο Γιώργος στο τηλέφωνο, κοντά στα τρία μποφόρ… Έφτασα επιτέλους στην παραλία και πλημμύρισα από χαρά. Ησυχία απόλυτη στον ψαρότοπο, παντού... Οι φίλοι μου τρέχουν να με βοηθήσουν, βλέπεις η βραδιά με τέτοιο καιρό είναι ιδιαίτερη, η ψαροσύνη σε όλο της το μεγαλείο… Το νερό σαν κρύσταλλο κάτω από τα ποδιά μας να αλλάζει χρώματα από τα φώτα της πόλης. Η ώρα πέρναγε και ο καθένας από μας, σωστός υπηρέτης στα καλάμια του. Στη μια το βράδυ και ενώ έχουμε χαλαρώσει, τα ψάρια καταφτάνουν… Σφυρίγματα, και τα καλάμια λύγιζαν τόσο πολύ, που για κάποια στιγμή νόμιζα ότι θα σπάσουν! Ήταν γεφύρια, κυνηγάρικα ψαριά και πολύ δυνατά στη μάχη τους. Το πρώτο το φέρνει ο Γιάννης έξω και είναι κοντά στα δυο κιλά, το δεύτερο έκανε την τιμή σε εμένα ήταν ένα γεφύρι δυόμισι κιλά… Θεέ μου! φώναζε ο Γιώργος που έβαζε την αποχή για να το φέρει έξω. Στο ξημέρωμα και ενώ είχαμε πάρει όλοι το μερτικό μας, ήρθε και η σειρά του Γιώργου. Επικαλεστήκαμε όλους τους αγίους… Ήταν ένας κυνηγός κοντά στα τρία κιλά! Στις οχτώ το πρωί και με κάτι χαμόγελα μέχρι τα αυτιά επιστρέφαμε σπίτια μας...
(το κείμενο γράφτηκε με αφορμή συζήτηση για το έργο του Τζέιμς Τζόις "Οδυσσέας")

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου